ΑΝ

Βγαίνω σε επιφάνεια εργασίας
κι είμαι ο πεπεισμένος απ΄τα μεσάνυχτα
τότε λέω καθαρά πως σε στοιχείωσαν
κάτι Ελύτηδες κάτι Καρούζοι
γι΄αυτό και γόνος μες στο δυόσμο
κι ούτε κι ο κόσμος μόνος
δεν κρυώνει κι αν
ξέρει η φλαμουριά πως έχει
ιδιωτική αυλή
κι ο άνθρωπος τον γκρεμισμένο του περίβολο
για το καινούργιο
Κήπε καμιάς εποχής
μη σχολάς κήπε
το στοίχημα για μας ήταν ο ελεύθερος στόχος
κι είναι
ένα πλήρες ωράριο
λέξεων Κυριακής


Σπαράζει πέλαγο η αγάπη μου
θαρρείς και τρέμουνε αγκαλιασμένα δυο νησιά
πετάνε τα βουνά τους στους αφρούς
ως τις ακτές τις ανθοδέσμες των βοτάνων
κι είναι φερούλης ο βοριάς στο πώς
πετάγομαι απ’ το ’να χέρι σου στο άλλο
χείλι αναμμένο φρέσκο
μη μείνει πνεύμα αξόρκιστο
κι εγώ φωνή κλεισμένη μες στο σπίτι
κλαίω γελάω ή τραγωδώ δεν ξέρω
δίχως εσένα δε μου φτάνει δεν μπορώ
που απ’ όλα τα μικρόφωνά σου απόψε ανοιχτό
μονάχα το φεγγάρι



Βρήκες σκοινί να δέσεις την αρμάδα
στο κόμπο του σπαρτάρησες μικρός
ποιος σε στοιχειώνει άραγε νεκρός
λέξη των ημερών η αποφράδα
άρρητη κλίση των παθών θηλιά
χορεύει στο κενό ο πολυέλαιος
ποιος χορηγός επένδυσε στο έλεος
λέξη ενδημείς σ' αδέσποτα σκυλιά
Τι γύρευες να βρεις στο κομοδέσιο
το πέταξες στα μαύρα τα νερά
και ποια μουλάτα να σε κλαίει γοερά
λέξη των ναυαγών το σιτηρέσιο
χάος αλφάδι και της μοίρας τιμονιά
βοστρύχων έλικες χυτοί στο νεκραλώνι
ποιος τώρα ασκεί τα χρέη του τελώνη
λέξη ενεδρεύεις στου λύκου τη μονιά
το χρόνο τον μετράς με τα τσιγάρα
λέξη του μελλοθάνατου κατάρα

Χαμογελούσαν οι ώμοι σου κι αστράφτανε
περπατητό κατακαλόκαιρο ποτάμι
για τι `ναι ο έρωτας μικρό μου
παρά ουρά ημερονύκτιου άστρου
που σ` ακουμπάει σε ρυθμό αναβοσβήματος
ενοχλώντας σε θαυμάσια
κι έτσι λέω πια να σε μοιραίνομαι
να τα `χεις κάμει πλακάκια με εικοσιτετράωρο φως
και αμετάβλητος στο μακριά να καίγομαι στα δίκαιά μου
μεγάφωνος ν` αναχωρώ από τούτο το λιμάνι
μια με κουπιά μια με άγρια φτερά
στη σταύρωση ψηλά κι η έγνοια με το κιάλι
κι αν βάρος αθεμελίωτο ο ουρανός
να στηριχτεί γειώνεται στου δωματίου σου το σώμα
πήδα
πήδα ξυπόλητη απ` το παράθυρο σε μένα...

Υπαγόρευσέ μου ξανά βλέμμα βαθύ
το σχήμα της θεάς
κι ύστερα τρέξε στης άμμου την πηγή
και ρώτα τα πουλιά
-αυτά ξέρουν του ήλιου τα νερά πώς ν` ακουμπάνε -
τι κλίση να `χουν οι ραμφιές
και των χεριών τα πάρορμα ταξίδια
με ποιαν αφή τ` όνειρο να δειπνήσω...

Κοράλλι κομπολόι
υποκόκκινα παίζω το ελάχιστο παίγνιο
μιαν απτή περίληψη υφάλου
καταντικρύ κι η θάλασσα
ώριμη απόψε η θάλασσα
να πέφτει από κύματα κλαδιά
δίχως καρπούς και δίχως έλεος
και γύρω μακριά στο λαιμό σου
η άλλη περιδέραια σύναξη
των αισθημάτων


Νεαρή γυναίκα από τη Θράκη φέρει το κεφάλι του Ορφέαπαγκόσμια κοιλάδα
"...χείλι ανισόρροπο
ξέφτι σχοινί στην πιο επίσημη ακροβασία
μετρώ τα σταθμά που με κατάφεραν
σπάσιμο βάρος...
...σε ποια διεύθυνση ουρανού
να στείλω των βροχών τις μουσικές
και των μικρών ωρών τον ξένο
Δύση δύση όπου κι αν δεις "
ΣΗΜΥΔΕΣ
αφιερωμένηστονξένοημουσικήγραμμένηπρινλίγαχρόνιαγιαέναντοκυμαντέργιατηνπαγκόσμιακοιλάδατηςΘράκης

" Ποιος χώμα χώμα που πατά
δεν αναστέναξε ένα υψηλό κόστος βάθους "
Κάποτε αϊτός
ραμφίζω λίγον ήλιο
περνάω στα φτερά τη μάταιη στίλβη
στο δόξα μητρί η μελανιά
στο αριστερό πλευρό το σκοτωμένο ταξίδι
διασκευή μου ελπίδα άδειο φουστάνι
με φυσάς επίκαιρες πτυχές
και εγκαύματα Σαββάτου…
© Σωκράτης Ξένος

Είσαι στη λειτουργία της ζωής μου
λιανό κεράκι πλάι με κοιτάς
κι όλο υψώνεις τα θέλω στο Θεό
μα δε μιλάω σε ώρες μετάγγισης
δεν ξέρω ποιο σώμα
αφού η αγάπη δεν είναι για αποταμίευση
είμαι ανοιχτά και τις Κυριακές


Σύννεφα μακριά ως την αρχή
απάρτιζαν την περισυλλογή μου
κι ύστερα οι πρώτες σταγόνες
σημαντικά ειδοποιητήρια των καταιγίδων
κι ο νους που αγριεύει καταπάνω μας
μα ποια σχεδία
επέστρεψε στο δάσος της αρτιμελής
εικόνες μονάχες μοναχές
καλόγερος καλός με δίχως όρθρο
κι εσύ η αστροφερτή
πίσω απ’ την πεντελική ουρανότητα
διατάσσοντας μες στο κενό
πόσο αγαπούν οι άνθρωποι
μετά το θάνατο να δεις τι θάνατο έχει
που με ξεγέλασες με μιαν αθανασία
και το σπασμένο το φτερό μου
εμπράγματο δικαίωμα εδώ
να μη μ’ αφήνει να σε λέω λιγότερο από άγγελο
μες στα ευτυχεία
τα ατομικά τα κολαστήρια
παθαίνοντας το λυμένο κουπί και το βλέμμα
σε ψάχνω
Κοίτα μη δεν υπάρχεις

Αν δε γυαλίζεις
μπορεί να αυτοβρίσκεσαι στις σκοτεινές στιγμές σου
-κι ύστερα αναγνώσιμος κι από άλλους-
ν΄ αυξάνεις διάμετρο μέσα στην τέλεια αφέλεια
τη βεβαιότητα του τίποτα
αρχή εκ του μηδενός συν κάτι αναγκαία
και θεμέλια ευτυχία γραπτού να μην υπάρχει
είναι η ισορροπία της μοναξιάς σε μορφή σκόνης κόσμου
αχ, η γαληνότατη τρικυμία και συ
έρμαιο πανί Ιμαλαΐων σε ανύπαρκτους θεούς
ας μην παραεξηγήσουμε την άφατη λειτουργία
φτάνοντας στην απελπισία εισπνέεις ύψος
αίτια κι αιτιατά κι όλα σου τα πλάσματα
αφομοιωμένα γραμμικά ηλεκτρικών σπινθήρων
γράφοντας γλώσσα
πρόσχημα
μιας πιθανής συγκατάβασης
μα ο λόγος, συναφής του σκοπού δε φτάνει στόχο
όσο πλησιάζεις απομακρύνεσαι
κι όσο τρέχεις τόσο ακίνητος
όπως στους διωγμούς των ονείρων
με τα κομμένα γόνατα
δεν υφίσταται σχάση, δεν υπάρχει νομολόγιο
τσεκούρι που λυπάσαι πλήθος ωραίων δέντρων
κι εκείνα γειωμένα σε επίτευξη καρπού
να μην έχουν ιδέα από τέτοιες αυταπάτες
Μα αν υποψιάζονταν από σύσσωμες αντιστάσεις
δε θα ’μενε ξυλοκόπος όρθιος

(Το πιάνο μου το λένε γραφομηχανή. Ν.Καρούζος)
Το άλφα πράο με τα μεγάλα μάτια της αγελάδας του κόσμου που το γέννησε. Από αρχή αστέρι κι αριθμό. Ομορφιά δεν υπήρξε πριν από τη λέξη της. Ούτε αδελφός απόκρυψη κι αλάτι. Περιφέρονταν τα πράγματα λυτά που από το σκαλάκι της γλώσσας είναι αδύνατον να φανταστείς το πριν. Κάπως ν' αρχίσει κανείς σαν το πρωτάκι που γυρίζει πρώτο μεσημέρι σπίτι του κι έχει ένα άλφα μόνο περιουσία. Άλφα ανάγνωση κι από αγάπη. Από αγάπη μόνο. Από αγάπη.
από τα "Μικροκείμενα"
Γιώργος Μίχος


"κανείς δεν ξέρει πότε κοιμούνται οι Θεοί
για να τους κλέψει θαύματα
κι αύριο πάλι -στο κλαίω να το ξέρεις-
μπορεί και να `ναι ημερομηνία ανήμπορα αηδόνια"
Σ΄ είδα κατά καιρούς στην εθνική των αισθημάτων
Κι άλλες πλευρές σου ηπείρους πέντε
Δέντρο ξεμαλλιασμένο απ` τις ταχύτητες και τις βρισιές
Κι όταν ενύχτωνες κάτω απ` τις λάμπες των φθορών
Άλλον πλανήτη έτρεχα φως
Κι όπου έτρεμες
Χούφτες διπλό νερό μη μαραθούν οι κήποι
Η Μεγαλειότης σου
Κυβέρνα με υπάκουο ναι
Και στα ολόσωμα όχι ακυβέρνητο
Μη με γυρέψουν πες τα χρόνια ελλιπή
Μήτε τα χιόνια όνειρα
Που προσπαθώ να σχολιάσω τη μυρτιά
Κι όλο σκοντάφτω μες στ΄ αρώματα
Αντίπαλους σχετίζομαι στίχους και τραύματα
Πικρό τ` αηδόνι δεν έχει πού την φωνήν κλίναι
Μα αυτά εσύ μην τα χρεώσεις για πληγές
Απ` τη μεριά των ανθρώπων
Τι φταιν κι εκείνοι…

"Εδώ τα καλά νερά
κι εκεί
οι βωμοί οφθαλμοί που ανθρωποστάλαζαν"
χιτώνας φθινοπώρου εν πλω
από τις επιθέσεις του καιρού δε γλίτωσα
και τα γαλάζια μου υψώματα
κι η άμμος αντιστάσεις μου
ακτές μου πίσω
κι όταν περνάει το καράβι σου
ανοιχτά από το γέλιο των τρελών
φωνάζοντας τσάκισμα ναυαγός αλιεύομαι
τμήμα διάτασης στο τιρκουάζ σκουλαρίκι σου μάγισσα
δίχως το θέλω λυγούν τα γόνατα των φράσεων
και με ρίχνουν κάτω
φορτίο στην πιο ακμή του
κι ένα χερούλι να πιαστώ άρση δεν έχω
εσένα
που μαδώντας διάθεση εποχής
υλοποιείσαι αγέρας από παντού καταφτάνεις
πνέοντας μινόρε χρυσάνθεμα
